παιγνιτώρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παιγνιτώρ'
Προφορά: παιγνιτώρ
-
παιχνίδι
άνθρωπος που τον χρησιμοποιούν σαν παιχνίδι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
κάθε τι που χρησιμοποιείται για παιχνίδι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης