Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοντύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κοντύνω Προφορά: κοντύνω
  1. 1) κάνω κάτι πιο κοντό 2) γίνομαι κοντός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Μη κοντύ'τζ το ζώσ̌κοινον τη μουσκαρί', θα φουρκίεται. (κάνω κάτι πιο κοντό)
    2) Μάκρυνεν και γάϊδαρος, κόντυναν τα ρούχα του. (γίνομαι κοντός, Ιδίωμα: Σινώπης)
    3) Θα κοντύν' η γούλα τ'. (θα σφαγεί)

  2. αποκεφαλίζω (μεταφορικά) κάνω κάτι κοντό αφαιρώντας μέρος του μήκους Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. λιγοστεύω 1) κάνω κάτι κοντό 2) γίνομαι κοντός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια