Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κονοποίουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κονοποίουμαι Προφορά: κονοποίουμαι
  1. κυλίομαι καταγής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό κόνις

    Παράδειγμα:
    Ο γάϊδαρον αν 'κι κονοποίεται 'κ' ησυχάζ'.

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    κονόπιγμαν

  2. κυλιέμαι κάνω τούμπες Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κυλιέμαι στην σκόνη Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    Το ρήμα είναι σύνθεση των αττικών κονιο- (κονίορτος) και ποιούμαι. Πρώτο συνθετικό είναι το κονιό-. Το κονοποιούμαι μεταβλήθηκεωμε την έκλειψη του (ι).

    Σχόλιο:
    Λέγεται μεταφορικά για τους ακάθαρτους που κυλιούνται στα χώματα και την σκόνη καθώς και για τα ζώα.

    Ενεστώτας: κονοποιούμαι
    Παρατατικός: εκονοποιούμ’νε
    Μέλλοντας: θα κονοποιούμαι
    Αόριστος: εκονοποίγα
    Προστακτική: κονοποίγ’ !

    Παράδειγμα:
    Τερείς ατόν πως κονοποίηται απέσ’ σα χώματα, αμόν γάιδαρος - Δες τον πως κυλιέται στα χώματα σαν το γαιδούρι

Παρατηρήσεις - Σχόλια