Χρήση από:
Π. Υψηλάντη
Παραδείγματα:
1) Κομποτίτσια το μωρόν κ' έστειλα το σο νερόν.
2) Εκόμπωσεν κ' εφίλεσεν κ' εξήβεν κ' εκαυχέθεν.
Παράδειγμα:
Οσήμερον εκόμπωσαν τον Γιάννεν και εδώκ’ ατον νερόν για ελάδ’.
Προέλευση:
λατινική, από την λατινική λέξη compono = συνθέτω, πλάθω και με άλλες σημασίες διαφορετικές από τα: ξεγελώ, εξαπατώ
Προέλευση:
από το αττικό κομπόω-ώ και κομπέω-ώ με την ίδια περίπου σημασία δηλαδή κόμπος, κομπορρημοσύνη, καυχησιά. Κατά τον καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Στυλιανό Καψωμένο, προέρχεται μάλλον από το κομβάω-ώ, συνδέω κάτι με κουμπί κυριολεκτικά και μεταφορικά χλευάζω, κοροιδεύω.
Ενεργητική φωνή
Παρατατικός: εκόμπωνα
Μέλλοντας: θα κομπώνω
Αόριστος: εκόμποσα
Προστακτική: κόμπωσον
Παράγωγο ουσιστικό: κόμπωμαν
Παράδειγμα:
Ωρία κομπούσαι - μην τυχόν και γελαστείς
Αναφορές:
Ζευς γαρ γλώσσης κόμπους υπερεχθαίρει - Γιατί ο Θεός δεν αγαπά τους καυχησιάρηδες (Σοφοκλέους Αντιγόνη)
Τα τοιαύτα επὶ το μείζον κομπούται (Δίωνος Κασσίου 22,43)