Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κομπώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κομπώνω Προφορά: κομπώνω
  1. εξαπατώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντη

    Παραδείγματα:
    1) Κομποτίτσια το μωρόν κ' έστειλα το σο νερόν.
    2) Εκόμπωσεν κ' εφίλεσεν κ' εξήβεν κ' εκαυχέθεν.

  2. απατώ, ξεγελώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Οσήμερον εκόμπωσαν τον Γιάννεν και εδώκ’ ατον νερόν για ελάδ’.

  3. ξεγελώ , εξαπατώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη compono = συνθέτω, πλάθω και με άλλες σημασίες διαφορετικές από τα: ξεγελώ, εξαπατώ

  4. ξεγελώ, κοκορεύομαι, εξαπατώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό κομπόω-ώ και κομπέω-ώ με την ίδια περίπου σημασία δηλαδή κόμπος, κομπορρημοσύνη, καυχησιά. Κατά τον καθηγητή Φιλοσοφίας κ. Στυλιανό Καψωμένο, προέρχεται μάλλον από το κομβάω-ώ, συνδέω κάτι με κουμπί κυριολεκτικά και μεταφορικά χλευάζω, κοροιδεύω.

    Ενεργητική φωνή
    Παρατατικός: εκόμπωνα
    Μέλλοντας: θα κομπώνω
    Αόριστος: εκόμποσα
    Προστακτική: κόμπωσον
    Παράγωγο ουσιστικό: κόμπωμαν

    Παράδειγμα:
    Ωρία κομπούσαι - μην τυχόν και γελαστείς

    Αναφορές:
    Ζευς γαρ γλώσσης κόμπους υπερεχθαίρει - Γιατί ο Θεός δεν αγαπά τους καυχησιάρηδες (Σοφοκλέους Αντιγόνη)
    Τα τοιαύτα επὶ το μείζον κομπούται (Δίωνος Κασσίου 22,43)

Παρατηρήσεις - Σχόλια