Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κροπή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κροπή Προφορά: κροπή
  1. είδος μικρής αξίνας χωρίς ξύλινη λαβή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. είδος τσεκουριού Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο κρόπιον, ο δίστομος πέλεκυς.

    Γενική: τη κροπής
    Αιτιατική: την κροπήν

Παρατηρήσεις - Σχόλια