Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κανόνιν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κανόνιν Προφορά: κανόνιν
  1. φέρετρο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    Το νεκροκρέβατο, που είχε κάθε εκκλησία και το χρησιμοποιούσε για την μεταφορά του νεκρού.

Παρατηρήσεις - Σχόλια