Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιχνιάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιχνιάρ' Προφορά: ιχνιάρ
  1. γνώρισμα, χνάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια