Επιπλέον ερμηνεία: περιγράφω τα χαρακτηριστικά κάποιου
Προέλευση: αρχ. ιστορώ
Ενεστώτας: ιστορίζω Παρατατικός: ιστόριζα Μέλλοντας: θα ιστορίζω Αόριστος: ιστόρισα / ιστόρ'σα / ιστόρτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.