κριματιστέρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κριματιστέρ'
Προφορά: κριματιστέρ
-
ο αξιολύπητος άνθρωπος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
άνθρωπος αξιολύπητος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης