κομμενόχρονος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κομμενόχρονος
Προφορά: κομμενόχρονος
-
είθε να κοπούν τα χρόνια του
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
εκείνος που μακάρι να του κοπούν τα χρόνια
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ολιγοζώιτος
αυτός που είθε να είχε κομμένα χρόνια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης