Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοτσαγκέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κοτσαγκέλ' , 2. κοτσαγγέλλ' Προφορά: κοτσαγκέλ
  1. ιδιαίτερος χορός που χόρευαν στο τέλος του γάμου (Δευτέρα) γυρίζοντας τα συγγενικά σπίτια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. χορός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. είδος χορού συρτού που χορεύεται σε γάμο από πολλούς άνδρες και γυναίκες όχι κυκλικά αλλά σε ευθεία γραμμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το καγγέλλ’, αντί κοτσοκαγκέλλ’

Παρατηρήσεις - Σχόλια