Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολόθ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κολόθ' Προφορά: κολόθ
  1. 1) μικρό ψωμί για τα παιδιά όπου έβαζαν και αυγό, αν είχαν 2) ιδιαίτερο ψωμί για την ψυχή των πεθαμένων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Μη κλαί'ς, ρίζα μ', θα φτάγω σε κολοθόπον. (μικρό ψωμί για τα παιδιά όπου έβαζαν και αυγό, αν είχαν)
    2) Κολόθ' 'κ' έχͮ' σο κιφάλ'ν ατ'. (από αυτόν δεν βγαίνει τίποτε καλό)
    3) Η δουλεία κολόθ' 'κ' έχͮ'. (κέρδος)
    4) Ορφανού κολόθ 'κ' εψέθε, κι αν εψέθε πά', εκάεν.

  2. στρογγυλό μικρό κασέρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. 1) μικρό ψωμί, αρτίσκος 2) πλάκα κεριού, τυριού 3) εξόγκωμα του σώματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κολεύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια