κόλλισμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κόλλισμαν
Προφορά: κόλλισμαν
-
μαγιά, άναμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
συγκόλληση
η μαγιά για να πήξει το τυρί
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
συγκόλληση
1) λίγη ποσότητα γιαουρτιού που χρησιμοποιείται ως μαγιά για να πήξει το γάλα
2) το βροχόνερο της πρωτομαγιάς που πιστεύεται ότι μπορέι να πήξει το γάλα σε γιαούρτι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης