Προέλευση: από την αρχαία ελληνική λέξη παιγνία = παίγνιον
Ενικός: η παίγνια / παίγνα̤ Πληθυντικός: τα παίγνιας / παίγνα̤ς
Σχόλια: Ως [-ανθρώπινο] θηλυκό ουσιαστικό, στον πληθυντικό αριθμό θα τραπεί σε ουδέτερο (τάση ουδετεροποίησης).