Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

παίγνια (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. παίγνια , 2. παίγνα̤ Προφορά: 1. παίγνια , 2. παίγνεα
  1. παιχνίδι, κοροιδία παίξιμο μουσικού οργάνου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. παιχνίδι, παιδιά , κορόιδο, τέχνασμα μουσικό όργανο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη παιγνία = παίγνιον

Παρατηρήσεις - Σχόλια