Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αβουρίαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αβουρίαστος Προφορά: αβουρίαστος
  1. αυτός που δεν μπήκε στην χούφτα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. άπιαστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    αυτός που δεν περιλαμβάνεται στο χέρι μας

    Προέλευση:
    από το α στερητικό + το βουριάσκουμαι - βούρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια