Επιπλέον Ερμηνεία: αυτός που δεν περιλαμβάνεται στο χέρι μας
Προέλευση: από το α στερητικό + το βουριάσκουμαι - βούρα
Αρσενικό: Ενικός: Πληθυντικός:
Θηλυκό: Ενικός: Πληθυντικός:
Ουδέτερο: Ενικός: Πληθυντικός:
Επίρρημα:
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.