Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αβοτάνιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αβοτάνιστος Προφορά: αβοτάνιστος
  1. κήπος ή χωράφι απ' όπου δεν ξεριζώθηκαν τα χόρτα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αυτός που δεν καθαρίστηκε από τα αγριόχορτα

Παρατηρήσεις - Σχόλια