Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αβλούκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αβλούκ
Προφορά: αβλούκ
χόρτο με μεγάλα και πλατιά φύλλα που χρησίμευε ως τροφή των βοδιών
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
άγριο λαχανικό, λάπατο με πλατύ και μακρύ φύλλο
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός:
Πληθυντικός:
Παρατηρήσεις - Σχόλια