Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αβλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αβλούκ Προφορά: αβλούκ
  1. χόρτο με μεγάλα και πλατιά φύλλα που χρησίμευε ως τροφή των βοδιών Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. άγριο λαχανικό, λάπατο με πλατύ και μακρύ φύλλο Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια