Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ίμπειρος [Επίθετο]

Προφορά: ίμπειρος
  1. επιτήδειος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον ερμηνείες:
    ικανός να γνωρίζει και να κάνει κάτι

    Παράδειγμα:
    (σο σεβτιαλούκ αρ ίμπειρον και καταδεχτικέσσα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια