Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οψάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οψάρ' Προφορά: οψάρ
  1. το ψάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ψάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό όψον

    οψάρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια