τσιπούκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιπούκ’
Προφορά: τσιπούκ
-
λεπτή ίσια ξύλινη ράβδος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
καπνοσύριγγα
ραβδί από λεπτό ξύλο, μεγάλη βέργα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης