Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιπούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιπούκ’ Προφορά: τσιπούκ
  1. λεπτή ίσια ξύλινη ράβδος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. καπνοσύριγγα ραβδί από λεπτό ξύλο, μεγάλη βέργα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη cubuk ή cibuk

    τσιπούκ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια