Ερμηνεία: ολίγον δάσκαλος, με λίγες γνώσεις του διδασκαλικού επαγγέλματος
Αρσενικό: Ενικός: δασκαλωτός Πληθυντικός: δασκαλωτοί
Θηλυκό: Ενικός: δασκαλωτέσα Πληθυντικός: δασκαλωτοί
Ουδέτερο: Ενικός: δασκαλωτόν Πληθυντικός: δασκαλωτά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους,