Παράδειγμα: Το ζω’ν ετσίλεσεν κ’ επεβρωτίεν.
Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα τιλάω = αποπατώ λεπτή και μυξώδη κοπριά
Παθητική Φωνή: τσιλεύκουμαι