Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιγαροχάρτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιγαροχάρτ’ Προφορά: τσιγραροχάρτ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    ειδικό χαρτί, για το τύλιγμα του τσιγάρου

Παρατηρήσεις - Σχόλια