κοτανίσματα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κοτανίσματα
Προφορά: κοτανίσματα
-
το έθιμο του να έρχονται οι συγγενείς του γαμπρού πριν από το γάμο μερικές μέρες για να κανονίσουν το αναγκαίο σιτάρι για το γάμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)