Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βρεφούλ' (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βρεφούλ' Προφορά: βρεφούλ
  1. νήπιο, μωρό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια