Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βραχάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βραχͮάλ' Προφορά: βρασάλ
  1. βραχιόλι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. βραχιόλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Χρυσόν βραχͮάλ' εσέγκεν σα χͮέρα̤ τ'. (αποκτώ ειδικότητα επαγγέλματος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια