Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μυλάσματα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μυλά̤σματα Προφορά: μυλεάσματα
  1. το έθιμο του να έρχονται οι συγγενείς του γαμπρού πριν από το γάμο μερικές μέρες για να κανονίσουν το αναγκαίο σιτάρι για το γάμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κερασούντας, Καράπερτσ̌ιν (Περιφέρεια Αμισού)

Παρατηρήσεις - Σχόλια