Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ούτσ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ούτσ̌' Προφορά: ούτσ
  1. το προτελευταίο χέρι του καπνού για σπάσιμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια