Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουλίτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ουλίτσα Προφορά: ουλίτσα
  1. η οδός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια