Ερμηνεία: πολύ αιματωμένος.
Παράδειγμα: Εκατασκίεν και ολαίματος έρθεν εμπροστά μ’.
Αρσενικό: Ενικός: ολαίματος Πληθυντικός: ολαίματοι
Θηλυκό: Ενικός: ολαίματος Πληθυντικός: ολαίματοι
Ουδέτερο: Ενικός: ολαίματον Πληθυντικός: ολαίματα
Επίρρημα: ολαίματα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.