Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οσπιτιανός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: οσπιτα̤νός Προφορά: οσπιτεανός
  1. οικείος, συγγενής Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. σπιτίσιος, οικείος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    οι οσπιτα̤νοί = οι άνθρωποι του σπιτιού

Παρατηρήσεις - Σχόλια