Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εγλιανεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εγλιανεύω Προφορά: εγλιανεύω
  1. 1) ασχολούμαι με κάτι 2) περνώ την ώρα μου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια