Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εγκκλησόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εγκλησόπον Προφορά: εγκλησόπον
  1. παρεκκλήσι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια