Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εβδομαδιακόν (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: εβδομαδα̤κόν Προφορά: εβδομαδεακόν
  1. αυτό που κρατάει μια εβδομάδα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια