Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δοσίδα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. δοσίδα , 2. δοσίδα̤ Προφορά: 1. δοσίδα , 2. δοσίδεα
  1. μορφή, πρόσωπο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. μορφή, πρόσωπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αρχαία είδος

Παρατηρήσεις - Σχόλια