Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορθώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ορθώνω Προφορά: ορθώνω
  1. διορθώνω, επανορθώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ὀρθῶ

    Ιδίωμα:
    Γαλατζούγουν Κολωνίας

    Παράδειγμα:
    Εχάλασες το συνόριν, να πας χαμάν ορθώντς α’.

  2. στήνω όρθιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Μέση φωνή:
    ορθούμαι= ευπρεπίζομαι, φροντίζω το ντύσιμό μου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ορθώ = καθιστώ όρθιο

Παρατηρήσεις - Σχόλια