Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ὀρθῶ
Ιδίωμα: Γαλατζούγουν Κολωνίας
Παράδειγμα: Εχάλασες το συνόριν, να πας χαμάν ορθώντς α’.
Μέση φωνή: ορθούμαι= ευπρεπίζομαι, φροντίζω το ντύσιμό μου
Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ορθώ = καθιστώ όρθιο
Ενεστώτας: ορθώνω Παρατατικός: όρθωνα Μέλλοντας: θα ορθώνω Αόριστος: όρθωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.