Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διφορίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: διφορίζω Προφορά: διφορίζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    καρπίζω δύο φορές

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    φυλλορροώ για δεύτερη φορά

    Προέλευση:
    αρχαία από το ρήμα διφορώ, από τα συνθετικά δύο + φέρω

Παρατηρήσεις - Σχόλια