Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δίπυρος [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίπυρος Προφορά: δίπυρος
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία-Παραδείγματα:
    αυτός που άναψε δύο φορές την ημέρα
    1) δίπυρον φουρνίν

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    1.αυτός που έχει δύο φωτιές
    2.που άναψε δύο φωτιές την ημέρα

    Προέλευση:
    αρχαία από το επίθερο δίπυρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια