Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δικλωπία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δικλωπία Προφορά: δικλωπία
  1. δολιότητα, ανειλικρίνεια Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ανειλικρίνεια, διπροσωπία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια