Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διβώλισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: διβόλισμαν Προφορά: διβόλισμαν
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το όργωμα του χωραφιού δύο φορές

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    δεύτερο όργωμα

    Ρήμα:
    διβωλίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια