Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
διβώλισμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: διβόλισμαν
Προφορά: διβόλισμαν
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Ερμηνεία:
το όργωμα του χωραφιού δύο φορές
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ερμηνεία:
δεύτερο όργωμα
Ρήμα:
διβωλίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
διβόλισμα (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια