Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θράσκεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θράσκεμαν Προφορά: θράσκεμαν
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    η πλημμύρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια