Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αλυκός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αλυκός , 2. αλυκόν Προφορά: αλυκός
  1. αλμυρός, ακριβός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ατού σην τιμήν αλυκά είν'. (ακριβός, μεταφορικά "αλμυρά")

  2. αλμυρός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αλμυρός Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικόν αλυκός, Νή τον Ποσειδώνα τον αλυκόν - Αριστοφάνη Λυσιστράτη 403.

    Παράδειγμα:
    Εποί'κες πολλά αλυκόν οσήμερον το φαγίν.

    αλυκός- αλυκέσα- αλυκόν
    ο αλυκός,η αλυκέσσα,το αλυκόν

Παρατηρήσεις - Σχόλια