Παράδειγμα:
Ατού σην τιμήν αλυκά είν'. (ακριβός, μεταφορικά "αλμυρά")
Προέλευση:
από το ιωνικόν αλυκός, Νή τον Ποσειδώνα τον αλυκόν - Αριστοφάνη Λυσιστράτη 403.
Παράδειγμα:
Εποί'κες πολλά αλυκόν οσήμερον το φαγίν.
αλυκός- αλυκέσα- αλυκόν
ο αλυκός,η αλυκέσσα,το αλυκόν