Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοκκινόκολος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κοκκινόκολος Προφορά: κοκκινόκολος
  1. αυτός που η βάση του είναι βαμμένη κόκκινη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ο βαμμένος στην βάση κόκκινος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια