κοκκινάπ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κοκκινάπ'
Προφορά: κοκκινάπ
-
ποικιλία απιδιού κοκκινωπού χρώματος με σκληρή φλούδα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κοκκινωπό αχλάδι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αχλάδι κοκκινωπό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης