Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διαρμενεία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δα̤ρμενεία Προφορά: διαρμενεία
  1. συμβουλή, νουθεσία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. οδηγία, καθοδήγηση, συμβουλή, απόδειξη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Πληθυντικός:
    τα διαρμενείας

Παρατηρήσεις - Σχόλια