διαρμενεία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: δα̤ρμενεία
Προφορά: διαρμενεία
-
συμβουλή, νουθεσία
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
οδηγία, καθοδήγηση, συμβουλή, απόδειξη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης