Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διακλύζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δα̤κλύζω Προφορά: διακλύζω
  1. ξεπλένω, καθαρίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    καθαρίζω με νερό ποτήρι ή σκεύος όχι καθαρό ή το στόμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια