Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοιλάδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. κοιλάδ' , 2. Κοιλάδ' Προφορά: κοιλάδ
  1. λαγκάδια χωριό Τραπεζούντος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άλλο τα κοιλάδια 'κ' εβόεσαν, νά̤ τα ραχͮία εσείανε.

  2. λιβάδι πεδινό μέρος σε βουνό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. πεδινό μέρος ανάμεσα σε λόφους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό κοιλάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια