Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσεγκέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌εγκέλ’ Προφορά: τσεγκέλ
  1. άγκιστρο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    γάντζος

  2. άγκιστρο βέργα που υποστηρίζει αναρριχητικά φυτά όπως η φασολιά, κρίκος στον οποίο προσδένεται κάποιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη tchenkel

Παρατηρήσεις - Σχόλια