Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δάνος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δάνος Προφορά: δάνος
  1. δανειζόμενο, δώρο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. δάνειο, δώρο, δανεικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αρχ. δάνος

  3. δάνειο 1) δανεικά πραγμάτων 2) σπάνια χρημάτων Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια