δαγκώνω
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα δάκνω
< οι δ' ήτοι δακέει μεν απετροπώντο λεόντων , ιστάμενοι δ'ε μάλιστ' εγγύς - εκείνα δέ- τα σκυλιά- δεν είχαν το θάρρος να δαγκάσουν τα λιοντάρια και στέκονταν κοντά...- Ιλιάδος Σ 585>
< ... ουδένα πόπωτ' υμών έχις έδακε- ίσως κανέναν σας δεν δάγκωσε οχιά- Δημοσθένης>
Χρόνοι:
παρατατικός έδακνα/ εδάκνα
μέλλοντας θα δάκω-σε, ατόν, ατέν, ατοίντ'ς
αόριστος έδαξα
Προστακτική:
δάξον!
Παράδειγμα:
« Έδαξεν ατον ο σκύλον κι επρέστεν» ( τόνε δάγκασε σκυλί και πρήστηκε)